Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

΄ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ

Προσπάθησα να σε βρω
σε κείνο το ξεχασμένο μονοπάτι
σέ κείνα τα ηλιοβασιλέματα
τ απόβραδα του στοχασμού΄
Καθώς κοίταζα τα τρομαγμένα σύννεφα
να διαλύονται από τις ριπές του αέρα΄
Εκεί στο ονειροπόλημα του νου
σ έβλεπα να μου χαμογελάς
κι ο ήλιος που κατέβαινε στη δύση
χρύσωνε την φανταστική εικόνα σου΄
Όταν πιστεύεις πολλά δεν υπάρχει λάθος
είναι η αυταπάτη΄
Πολλές φορές την προτιμούμε
από την οδυνηρή πραγματικότητα΄
Όταν ο νους ξεστρατίσει γυρνώντας πίσω
θαναι  καλύτερα να τον συνοδεύουν οι αυταπάτες.΄
Του μέλλοντος και του παρόντος η οδύνη
θα ναι λιγότερη της αποτυχημένης
πορείας του λογισμού΄Μη σε τρομάζει
το βάθος του δρόμου΄
Καθώς περπατάς κοίτα το ηλιοβασίλεμα
και κει απέθεσε τις αναμνήσεις σου
μετατρέποντας της σε εικόνες
ενός πανέμορφου δειλινού

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

ΤΟ ΜΑΝΤΗΛI

Κρατώ στη φούχτα μου το δάκρυ σου
αυτό που στάλαζε στου φεγγαριού το φως
τη νύχτα που κρυφά μ αποχαιρέτησες
μες στη καρδιά μου φώλιαζε ο λυγμός

Είδα στα μάτια σου μια μοναξιά απέραντη
που ντίθηκε η τρυφερή ψυχή σου
μου έδωσες τ αποχαιρετισμού το φίλημα
και πήρες την καρδιά μου εσύ μαζί σου

Καθώς ξεμάκρυνες σε κοίταζα
κι ώρα καλή ψελλίσανε τα χείλη
ένιωσα την καρδιά μου καθώς έφευγες
να μου κουνά και κείνη το μαντήλι

ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ

Σ ένα αμολούλουδο συναντήθηκαν
οι ψυχές μας και φιλήθηκαν.
Ένα ατέλειωτο μαγευτικό ηλιοβασίλεμα
ήταν η ύπαρξή μας.
Μη φύγεις.
Όλο στροφές είναι ο δρόμος της φυγής.
Δεν θα ξέρω σε πιο  μονοπάτι βαδίζεις.
Όσο μακριά κι αν πας πάντα υπάρχει το πιο μακρινό
Πως μπορεί να αποχωριστεί τα λάθη η καρδιά
Ίσως αν τα αναγνωρίσει πρώτα.
Μαστιγώνει τους δρόμους η βροχή.
Τα δάκρυα μαστιγώνουν το πρόσωπο σου.
Δυο γαλάζιες λίμνες τα μάτια σου
δεν αντέχουν στη φουρτούνα της φυγής.
Μην αφήνεις την ψυχή σου ξυπόλητη
ρακένδυτη να τριγυρνά στις ρούγες.
Θ αφήσεις πίσω σου πολύτιμες αποσκευές.
Θα ονειρεύεσαι να γυρίσεις πίσω
στους σταθμούς που αγάπησες.
Μη νυχτωθείς εκεί που θρηνεί η ψυχή σου.
Έχασες κάτι που δεν είχες ποτέ.
Μη χάσεις τα ναύλα του ονείρου.
Άσε την ψυχή σου να τερματίσει
μέσα σ αυτή την ψευδαίσθηση.

ΚΑΛΗ ΣΟΥ ΩΡΑ

Καλή σου ώρα όπου κι αν πας
εγώ θα είμαι εδώ
Θε να προσεύχομαι για σε
γρήγορα να γυρίσεις
Καλή σου ώρα όπου κι αν πας
εγώ θα είμαι εδώ
παρέα με τη θάλασσα
και με τις αναμνήσεις.

Κάθε πρωί θε να κοιτώ
της ξενιτιάς καράβια
που θ άρχονται από μακρινά
ταξίδια στο λιμάνι
και κάποιο δάκρυ θα κρατώ
στα μάτια μου σαν φτάνει.

Καλή σου ώρα όπου κι αν πας
εγώ θα είμαι εδώ
σαν βράχος που το κύμα του
στα πόδια του χτυπάει
Με την ελπίδα στην καρδιά
πως θα σε ξαναοιδώ
καλή σου ώρα όπου κι αν πας
εκεί η ψυχή μου πάει.

Η ΧΟΥΦΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Όλες οι ομορφιές του κόσμου
μαζεμένες στη χούφτα του Θεού.
Γέμισα τα βάζα της ζωής μου
για να έχω απόθεμα.
Μόνον έτσι αξίζει η ζωή
όταν νοιώθειςτο βλέμμα του πάνω σου.
Δεν τον αγναντεύεις από μακριά
ούτε τον κάνεις συνιάλο.
Βρίσκεται παντού
Ακόμη και σ ένα σπόρο μικρούλι
όταν τον κρατάς στα δάχτυλα σου
αν τον αγαπάς πολύ
μπορεί ν ανθήσει στη χούφτα σου.
Δεν τον αναζητάς στο Άπειρο.
Μπορείς να τον ψάχνεις
ανάμεσα στα δάχτυλα σου
Κάπου τον περιμένεις
ΣΙΓΟΤΡΑΓΟΥΔΏΝΤΑς.

ΠΡΟΣΜΟΝΗ

Σαν τη σταγόνα της βροχής
σαν μια δροσοσταλίδα
σαν του ανέμου την πνοή
και σαν μια ηλιαχτίδα

Ώρες και ώρες καρτερώ
μήπως φανείς μπροστά μου
σαν ένα πέταγμα πουλιού
η σαν το φως του φεγγαριού να μπεις
στην κάμαρα μου

Έχω παράθυρα ανοιχτά
και δίχως μανταλίδια
κι εσύ την πόρτα της καρδιάς
κρατάς τα  αντικλείδια.

Μα όποια ώρα και να έρθείς
εγώ θα περιμένω
όμως φοβάμαι μη χαθείς
σε δρόμο λαθεμένο.

ΣΤΟΝ ΛΕΥΤΕΡΗ ΜΟΥ

Της Άνοιξης μπουμπούκι ευωδιαστό
σταγόνα της αυγής δροσοσταλίδα
του Μαι λουλουδισμένο πρωινό
Του ήλιου λαμπερή μου ηλιαχτίδα

Δροσιά στη κάψα του καλοκαιριού
νεράκι μες σε διψασμένα χείλη
Μες στο σκοτάδι η φλόγα του κεριού
το χάραμα στο γέρμα κάποιου δείλι

Αστέρι σε κατάμαυρο ουρανό
Τραγούδι αηδονιού είναι η φωνή σου
το κλάμα σου τραγούδι ορθρινό
δροσούλα η γλυκιά αναπνοή σου

Τα μάτια σου γεμάτα τσαχπινιά
το στόμα σου τριαντάφυλλο ανθισμένο
και γω ξερό κλαδί στη παγωνιά
την Άνοιξη να φέρεις περιμένω.

Ο ΣΠΟΥΡΓΙΤΗΣ

Γύρω απ το πέτρινο το σπίτι
είναι τα θυρόφυλλα κλειστά
Άγριος αγέρας τα χτυπά
τρομάζει το μικρό σπουργίτι

Ό ουρανός συννεφιασμένος
έρχεται μπόρα και βροχή
Μακριά ένας κρότος αντηχεί
ο σκύλος μου είναι φοβισμένος

Σε λίγο αστράφτει και βροντά
Η γάτα δίπλα νιαουρίζει
τρέμει ο κρότος τη φοβίζει
Με απορία με κοιτά


 Τα ζωντανά μου συμαζεύω
Τα δίνω θάρρος τα μιλώ
μια μπόρα είναι θα περάσει
Τα αγκαλιάζω τα μιλώ

Αυτή είναι όλη η συντροφιά μου
Μέσα στο πέτρινο το σπίτι
έξω απ το παράθυρο μου
Έχω κι έναν μικρό σπουργίτι.

Η ΕΛΙΑ

Ωσάν τις ρίζες της Ελιάς νάναι το ριζικό σου
της Μάνας της καλόμοιρης της Μάνας η ευχή.
Ο σπόρος σου επλάγιασε στης Μάνας γης τα στήθη
και βλάστησε και κάρπισε με του ήλιου το φιλί

Μάγεμα φύσης όνειρο Ελιά δένδρο ιερό
οι μοίρες οι θεόσταλτες σε είδαν να γεννιέσαι
της Αθηνάς προστάτιδας στόλισες το βωμό
πάνω σε βράχους κι άβυσους σε είδαν να κρεμιέσαι.

Με τα κλαδιά σου στόλισες τις νίκες των ηρώων
Λάμπρινες τα κεφάλια τους με τ ασημιά σου φύλλα
Τιμή τους που σε νιώθανε σαν άλλον οινοχόο
να φέρνεις μέσα στις καρδιές μέθη κι ανατριχίλα

Δένδρο που ανεμόγυρες στο χείλος της αβύσου
τα ρικλώνια σε κρατούν κι ο κούφιος ο κορμός σου
Αιώνες είναι η δόξα σου στην πλούσια διαδρομή σου
Μέσα από μπόρες θύελες αέριδες τυφώνες

Άγγελοι δροσολόγησαν τη νύχτα τα κλαδιά σου
Της χρυσαυγής τον έρωτα αναγερμένη καρτεράς
σαν τα πουλιά στα αλώνια σου ροφούν την ευωδιά σου
Παίζοντας με το χρώμα σου που  λάμπει τ ασημή

Η ομορφιά σου απάρθενη η δόξα σου απλή
Η φήμη σου επέρασε πάνω απ την οικουμένη
σε γνώρισαν σ αγάπησαν σε γεύτηκαν λαοί
Λάδι το θείο δώρο σου βάλσαμο σε πληγή

Κλαδί Ελιάς στο στόμα του ας φέρει περιστέρι
να διατρέξει τους λαούς ΕΙΡΗΝΗ να μονιάσουν
Σ όλους αγάπης μήνυμα μες στης καρδιές να φέρει
Μίσος διχόνοια έριδες ας ήταν να ξεχάσουν.

Κυριακή 27 Μαΐου 2012

ΓΙΕ ΜΟΥ

Αχ  γιε μου π'ως ξεχάστηκες
εκεί μακρυά στα ξένα
και δεν σκέφτηκες  ποτέ
τη μάνα σου τη δόλια
Εγώ πάνω στο στήθος μου
φιλάω εικόνα εσένα
κι ο νους μου ψάχνει να σε βρει
σ ανθούς και περιβόλια.

Αλίμονο ούτε είδηση
δεν έχω πάρει ακόμα
νύχτες και μέρες ξαγρυπνώ
με μάτια βουρκωμένα
χωρίς παράπονο να βγει
απ το πικρό μου στόμα
μόνον ευχές ψελλίζουν
δυό χείλη πικραμένα.

Τον ταχυδρόμο ρώτησα
καθώς περνούσε γιε μου
μην τύχει κάποιο γράμμα σου
να έχει και για μένα.
Με πόσο πόνο καρτερώ
ανήξερες θησαυρέ μου
σφίγγω όμως πάντα  την καρδιά
κουράγιο λέω  Παρθένα

Κι εκείνος με χαμόγελο
που κρύβει στεναχώρια
με λόγια της παρηγοριάς
που  θέλει να μ αγγίζουν
με προσπερνάει βιαστικά
με βήματα πελώρια
για να μη δει στα μάτια μου
τα δάκρυα ν αναβλύζουν

Έτσι οι μέρες μου περνούν
οι μήνες και τα χρόνια
κι εγώ ανήμπορη είμαι πια
χωρίς καμιά ελπίδα
Το μαύρο το κεφάλι μου
το σκέπασαν τα χιόνια
γέμισε πια το πρόσωπο
αυλάκι και ρυτίδα

Όμως θ αντέξω όσο μπορώ
και θα σε περιμένω
εως την ύστατη στιγμή
ακόμη πριν να σβύσω
αν είναι νύχτα και θα ρθεις
κερί θάχω αναμμένο
μήπως θολά είναι τα μάτια μου
και δε σ αναγνωρίσω.

ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ

'Όσο περνάει ο καιρός και η καρδιά βαστάει
Πως να τ αντέξω όμως πως που ο χρόνος με γελάει
Ο δρόμος είναι σκοτεινός και φώτα ποια δεν έχει
ποιος  νάναι τάχα ο σκοπός που ο νους μου όλο τρέχει.
Το μέλλον του χαμογελά μα η καρδιά διστάζει
τα πόδια της δεν πάνε  μπροστά
γι αυτό πίσω κοιτάζει
Ν νιώθει πως πέρασε ο καιρός αφού μετρά τα χρόνια
Της νιότης της ο θησαυρός έχει γέμιση χιόνια
Ρυτιδιασμένο μου κορμί νοιώθει η ψυχή σου νέα
έκανες τόσες διαδρομές στα χρόνια τα ωραία.
Έτσι λοιπόν αφού έζησες χάρηκες τη ζωή σου
θα φύγεις πλήρης ημερών μην κλαις για τη θανή σου.

ΤΟ ΕΥΤΕΛΕΣ

Υψώσαμε το ευτελές  σε ακριβό παρανάλωμα.
Οι πύρινες γλώσσες του
γλύφουν τις σάρκες μας
και μεις ημιθανείς
προχωράμε προς τον αφανισμό.
Η οσμή της καμένης αξίας
διαλύεται σιγά σιγά.
Δίπλα μας παρελαύνουν άνθρωποι
με γελοίες φάτσες.
Καυγαδίζουν μεταξύ τους
για την πρώτη γραμμή.
Το παρελθόν ακριβό
Το παρόν ευτελές
Το μέλλον άγνωστο
και μεις θεατές ενός κατήφορου
αγνώστου τέρματος
Ο αέρας της εξέλιξης
της μοντέρνας τέχνης
του διαφορετικού
του πρωτότυπου
του εύκολου
του απαίδευτου
της άγνοιας
της ματαιοδοξίας
σκόρπισε τ αποκαίδια
πάνω από τη στέγη του κόσμου
Ελπίδες ίσως ξαναγεννηθούν από την τέφρα της

ΤΟ ΑΠΌΛΙΤΟ ΤΙΠΟΤΑ

Τα νοερά ταξίδια σε πάνε παντού
Χωρίς εισιτήριο
Όπως και τα όνειρα σε ταξιδεύουν
Καλά που υπάρχουν και αυτά.
Πολλοί άνθρωποι θα μέναν αταξίδευτοι
Η ζωή τους μονότονη.
Τι θα ήταν χωρίς όνειρα/
Τι θα ήταν χωρίς νοερά ταξίδια
Ζωή χωρίς ελπίδα
Ελπίδα χωρίς μέλλον
Μέλλον χωρίς πρόοδο
Πρόοδος χωρίς ανθρώπους
Άνθρωποι χωρίς ζωή
Το απόλιτο  ΤΙΠΟΤΑ

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ

Ότι κι αν κάνω ο νους μου πάντα θα γυρίζει
στο πατρικό μου σπίτι εκείνο το παλιό
Πόσες της νιότης μου χαρές δεν μου θυμίζει
μα τώρα στέκεται βουβό και αδειανό

εκεί έχω ζήση τα ανέμελα τα χρόνια
εκεί τα όνειρα μου φτέρωσαν τα νιάτα
εκει που νόμιζα πως η ζωή θάναι αιώνια
και από χαρές πως θάτανε γεμάτα

Εκεί τα πρώτα καρδιοχτύπια είχα νιώσει
εκεί μεγάλωσα μ αγάπη και φροντίδα
εκεί η ζωή μου νόμιζα πως θα ριζώσει
εκεί αντίκρισα την πρώτη ηλιαχτίδα

Πόσα έχω ζήσει κάτω απ τη δική του στέγη
Πως νοσταλγώ ξανά να τ αντικρίσω
νιώθω η ζωή μου μακριά του όλο φεύγει
Προτού τα μάτια μου για πάντα να τα κλείσω.

Εκεί τα πρώτα βήματα μου έχω κάνει
τις παιδικές μου τρέλες έχω ζήσει
εκεί ήταν της καρδιάς μου το λιμάνι
εκεί της νιότης το λουλούδι είχε ανθήσει.

Ο ΣΤΑΘΜΟΣ

Ένας σταθμός μ άδεια βαγόνια
άνθρωποι άγνωστοι περαστικοί
και γω θυμάμαι πριν από χρόνια
είχα περάσει και ήσουν εκεί

Τώρα πια τίποτα δεν μου θυμίζει
τη μέρα εκείνη στο σταθμό.
Πόνος βαθύς την καρδιά μου αγγίζει
σαν τη θυμάμαι αναριγώ

Φεύγει το τρένο μαζί με μένα
παίρνει μαζί του και τις στιγμές
Ότι ε λάτρεψα μαζί με σένα
κι όσες ε γνώρισα από σε χαρές

Φεύγει το τρένο σβήνει η αχτίδα
φεύγει ξανά από το σταθμό
και γω επιβάτης δίχως ελπίδα
μες στα όνειρα μου θα ναυαγώ

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

Πετροκαταλίτης ο καιρός διαβαίνει
Η στερνή η ώρα κάπου περιμένει
θα χαρακτηρισθούν όλοι μου οι κόποι
'ήλοι και φεγγάρια δεν θα ξαναβγούν
στης σιγής το πύργο πίσω θα κρυφτούνε
Αιώνιοι στρατοκόποι.
Κάστρο σφραγισμένο που προσμένει χρόνια
ρήμαξαν τα τοίχοι οι βροχές τα χιόνια
Δίχως καλοκαίρια άγριοι χειμώνες
Νάρθω να σ ανοίξω που να βρω κουράγια
Οι κακές οι μοίρες σ έχουν κάνει μάγια
Τακτικοί θαμώνες.
Κι ο βουβός ο πόνος όλο περισσεύει
της ψυχής την πόρτα όλο σημαδεύει
Και θαρρείς περάσαν πάνω του αιώνες.
Ψάχνω στους διαδρόμους την αλήθεια νάβρω
στ απονύχτερου μου τ όνειρο το μαύρο.
Παγωνιά θα νιώσω.
Μια μικρή ελπίδα βλέπω στο σκοτάδι
το χαμόγελο της στέλνει κάθε βραδύ.
την γαλήνη ψάχνω κάπου να κουρνιάσω
σαν οι σκέψεις όλες φεύγουν προς τ αστέρια
κουρασμένες όλες από τα νυχτέρια.

ΔΕΗΣΗ

Χριστέ μου που είσαι κει ψηλά στους ουρανούς
κι έχεις τον θρόνο σου σε κόσμους φωτεινούς
Στείλε τη χάρη σου κάτω εδώ στη γη
γι αυτόν τον κόσμο τον φτωχό τον δυστυχή.

Και παναγιά μου παγανιά μου εσύ καλή
Που στην εικόνα σου είσαι τόσο σιωπηλή.
Στείλε τη χάρη σου σ αυτούς που σε καλούν
γονατιστοί μπροστά σου σε παρακαλούν.

Γιατί η ψυχή τους έχει πόνο και καημό
κάνε εσύ να βρούνε τον αναπαμό
Το έλεος σου στείλε σ όλους τούς λαούς
Δώσε συγχώρεση και στους αμαρτωλούς

ΠΑΤΡΙΔΑ

Πόσα ταξίδια έκανα και πόσο κόσμο είδα
Έκανα τόσες διαδρομές νύχτες και πρωινά
Με ήλιους κατακόκκινους που καιν τα μεσημέρια
΄Μ αεροπλάνα πέταξα με πλοία και με τρένα.
Έκανα τόσες διαδρομές και γνώρισα τα ξένα.
Είδα αεροδρόμια απάνεμα λιμάνια
Φουρτουνιασμένες θάλασσες και ήρεμα ακρογιάλια.
Είδα νησιά πανέμορφα με σπίτια ασπροντυμένα.
με θαλασσιά θυρόφυλλα κι ασβεστωμένες στράτες.
Ξάστερους είδα ουρανούς μ αστέρια φορτωμένους
απέραντους ωκεανούς κυμματοχτυπημένους.
Βουνά πρασινοστόλιστα πλαγιές ηλιοκαμένες.
Λιβάδια λουλουδόσπαρτα λίμνες ονειρεμένες.
Και πολιτείες γνώρισα πολύβουες μεγάλες.
Χωριά που τα μπαλκόνια τους μαζώνανε περικοκλάδες.
Είδα ναυάγια στη στεριά ανθρώπων ξεχασμένων
η δυστυχία τους τσάκισε τους έριξε σε βράχους
και μέσα εκεί στην ερημιά τους άφησε μονάχους.
Χορτάσανε τα μάτια μου απ όλα αυτά που είδα
ν αράξω θέλω να σταθώ κάπου να ησυχάσω.
Γι αυτό το ποιο καλύτερο λιμάνι που θ αράξω
ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ ΠΑΤΡΙΔΑ

ΠΩΣ

Πως μπορώ ν αποσύρω τον εαυτό μου
από την ταραχή του κόσμου΄
Ο θάνατος καλύπτει τα πάντα με τη σκιά του
Η υγεία είναι απλώς μία αναβολή
Η δόξα μία χίμαιρα.
Η ζωή ένα όνειρο΄επικαλυμμένο με ένα ψέμα.
Ο κόσμος φτωχός σε εκπληρώσεις
πάντα πλούσιος σε υποσχέσεις.
Η Ύπαρξη μας απέραντα σύντομη.
Κτίζω μία προσωρινή κατοικία
μέσα στη γραφή.
Ευτυχία λατρεμένη χίμαιρα.

Σάββατο 26 Μαΐου 2012

ΗΡΘΕΣ ΑΠΟΨΕ

Ήρθες απόψε σαν το φως της χαραυγής
σαν οπτασία στο σκοτάδι της ψυχής μου
από το χέρι σ ένιωσα να μ οδηγάς
σε μονοπάτια άγνωστα για με ζωή μου

Γαλήνη ερημιάς ιερή φωλιά
έστρωσε η νύχτα με υπέροχη αρμονία
κι απ το φεγγάρι σμαραγδένια αντηλιά
έστελνε η θάλασσα υπερκόσμια μαγεία.

Και κει μες την απέραντη σιωπή
λειψή καμπή άγουρο φεγγάρι
ωσάν τον κλέφτη απ το παράθυρο είχε μπει
το όνειρο μακρυά μου να το πάρει.

Ανάλαφρο το πέταγμα τ αθέατου πουλιού
τ άκουσα μες τη σιωπή που κέρναγε το βράδυ
κι αθέατες  μου ερχότανε στο νου
καθώς γλυκά με ξύπναγε του φεγγαριού το χάδι.

Η ΜΑΧΗ

Να δώσεις μάχη σ ένα κόσμο
άγνωστο ακόμη τι θάρρος
Πάνω από θάλασσες πέταξες
όπως ο γλάρος
μέσα σε κύματα με την ορμή σου.
Ποιος το περίμενε να έχεις κριμένη
τόση εσύ δύναμη μες στη ψυχή σου.
Σαν σε κοιτώ και σε θαυμάζω
πόση ο Άνθρωπος δύναμη κρύβει
θεέ μου τρομάζω.







Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

ΑΣΕ

Κλειστή μην έχεις την πόρτα της ψυχής σου
άσε να σ αγκαλιάσει ο γαλάζιος ουρανός
κι αν σε πληγώνουν τα παιχνίδια της ζωής
άσε μέσα σου νάμπει του ήλιου ο ποταμός
Άσε πάνω στα φύλλα της καρδιάς πουλιά να τραγουδίσουν
Άσε να σαλπάρουν με καράβι τα όνειρά σου
να ταξιδέψουν με φεγγάρια συντροφιά
Άσε τα μάτια της ψυχής σου να κοιτάξουν
με χαμόγελο έναν κόσμο μακρυνό
Να μην φοβούνται ούτε να τρομάζουν
νύχτες χωρίς φεγγάρι ουρανό.

Η ΣΙΩΠΗ

Αν πεις το όνομα μου θα χαθώ
δύσκολο αίνιγμά σου βάζω
υπάρχω σκέψου λίγο είμαι εδώ
χαμογελώ και σε κοιτάζω

Κανείς τη λύση δεν θα σου την πει
μη χάνεται σε σκέψεις το μυαλό σου
είμαι κοντά σου τ όνομα μου ΣΙΩΠΗ
πολλές φορές ο φύλακας ο άγγελος σου

Αν πεις το όνομα μου θα χαθώ
καλύτερα κοντά σου να με έχεις
δίπλα σου θ άμαι και θα προσπαθώ
να μη γλυστράς στο δρόμο να προσέχεις..

ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΛΕΥΤΕΡΗ

Πόση λαχτάρα κρύβεις μέσα σου
και πόσο πόνο στη καρδιά σου
λιμνούλες κάνεις με τα δάκρυα
και λιώνει πάγο η ματιά σου.
Τρέμουν τα χείλη από παράπονο
είναι η ψυχή σου σαν ζυμάρι
μα αν ακούσεις λόγο άπονο
άσε ο αγέρας να τον πάρει.

Πως κρύβεσαι μέσα στα όνειρα
και πως δικού σου κόσμους φτιάχνεις
εκεί περνάς συχνά τις ώρες σου
για όλα απαντήσεις ψάχνεις.

Κι εγώ συχνά σ ακολουθώ
τρυπώνω μες στα όνειρα σου
με πόση αγάπη σε κοιτώ
πασχίζω να είμαι η συντροφιά σου.

ΕΝΑ ΦΥΛΛΑΡΑΚΙ

Ένα φυλλαράκι μοναξιάς
ακούμπησε στην καρδιά μου απόψε
Η σιωπή φίλησε το μεταξένιο μαξιλάρι
της  ψυχής σου.
Άκουσα τους κ τύπους της  καρδιάς σου
Η φωνή σου πλήγωνε τα σύννεφα
κι έβαζε ουρές στα όνειρα μου.
Ήσουν απέναντι μου και σε  κοίταζα
Τα μάτια σου ζωγράφιζαν
γαλαξίες στό σκοτάδι
Σμίλευα με τη γλώσσα μου τ όνομα σου
Να το προφέρω προσπαθούσα.
Μέσα στ αχνόραμα της νύχτας
το αντιφέγγισμα των αστεριών
μετέβαλε τη γη σε λουλουδένιους κάμπους.
Άνθησαν στα στήθη μου
μύρια λουλούδια αγάπης΄
Θα σου τραγουδώ τις ώρες της σιωπής
απόψε που αγκαλιάζει το είναι μου.

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ

Δεν θα κρύψω από σένα το δάκρυ
που τυχόν την ψυχή μου θα βρέχει
όπου πας και στου κόσμου την άκρη
θα το νιώθεις για σένα να τρέχει.

Κι αν μουσκέψει τη νύχτα το στρώμα
από σκέψεις και τη θύμηση σου
θάναι δύσκολο και τότε ακόμα
να κρυφτώ για να μη σε λυπήσω.

Ώρες ώρες κοιτώ τη μορφή σου
την γαλήνια σαν των αγγέλων
Ταξιδεύει μακριά η ψυχή σου
και γω τρέμω το αόρατο μέλον

Κάτι κρύβεις βαθιά στην καρδιά σου
δεν είναι δύσκολο να το ανακαλύψω
το διαβάζω στη θλιμμένη ματιά σου
μα τον πόνο μου προσπαθώ να σου κρύψω.

ΜΗ ΜΕ ΞΕΧΝΑΣ

Μη με ξεχνάς την ώρα των γηρατειών
Μη με ξεχνάς όταν η δύναμη μ αφήνει
αιώνια όνειρα με κυκλώνουν και με σφύγγουν
κι αυτό το άγγιγμα είναι πόνος του μυαλού.
Μία άχρονη στιγμή οδυνηρά παρούσα
Έτρεξε η ζωή
χωρίς να προλάβω να δω τον ίσκιο της
κι έκλεισε ο κύκλος της χωρίς ανάσα.
Το αδύνατο ορθώνεται μπροστά μου
ωστόσο νοιώθω την οσμή της ζωής.
Νοιώθω πως χάνομαι μέσα στην άβυσσο
της δικής μου σιωπής
Νιώθω την οσμή καμένου αστεριού
Κινείται στο μυστικό ρυθμό του σύμπαντος
διαλύεται σαν μια σταγόνα σκοταδιού
σ ένα ποτήρι φως.


ΤΩΝ ΑΘΑΝΑΤΩΝ

Των αθανάτων θάφτηκε το πνεύμα
μαζί με την αντρειοσύνη την ορμή.
αφήσανε τα χνάρια σκορπισμένα
αφήσανε ανεξίτηλη γραφή

Άφησαν παραδόσεις ιστορία
μα εμείς δεν τις κρατάμε σταθερά
τις θάψαμε στων αιώνων την πορεία
και μείναμε γυμνοί δίχως φτερά.

ΑΤΙΤΛΟ

Μη τρέξεις πίσω από τη σκιά μου
είναι αργά για να μ ακολουθείς
μη νοιάζεσαι μη φοβηθείς
συνήθισα στη μοναξιά μου
Χρόνια με κείνη περπατούσα
συντρόφισσα αχώριστη πιστή
στεκότανε κοντά μου σιωπηλή
κι όταν καμιά φορά παραπατούσα.

ΑΤΙΤΛΟ

Συνέχεια σκοντάφτω
σε δρόμους ανώμαλους
αυτούς που χαράζουν οι άνθρωποι
με υλικά δεύτερης κατηγορίας
Και τότε η αλήθεια
σαν βροχή ανοίγει λακούβες
γεμίζουν βρόμικα νερά
Ψυχή μου πρόσεξε μη λερωθείς
από τα πιτσιλίσματα τους.

ΤΗΝ ΏΡΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Θα σου  τραγουδώ
τις ώρες της σιωπής
στα χέρια μου θα χορεύουν
μεθυσμένα πουλιά
όταν η νύχτα θα αργεί να περάσει
και το ξημέρωμα θα έχει χάσει το δρόμο του
δύο δακρυσμένα σύννεφα
θα σταλάζουν ελπίδα στην ψυχή μου
Ένας κρυμμένος ήλιος
θα στείλει μια πονηρή αχτίδα
να ξεγελάσει το σκοτάδι.

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

ΑΛΗΘΕΙA ΚΑΙ ΨΕΜΑ

Που να είναι η αλήθεια
και που να είναι το ψέμα
αχ πως έχω τόσο
σκληρά μπερδευτεί
τριγύρω μου ρίχνω
αθώο ένα βλέμμα
δεν βλέπω τον ήλιο
θα έχει χαθεί

Μπερδεύτηκαν όλα
και μέσα μου ακόμα
ξημέρωμα βράδια
ωδές αριθμός
γυρεύω τ αστέρια
στο πράσινο χρώμα
και βλέπω σκοτάδια
στης μέρας το φως.

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

ΓΛΥΚΕΙΑ ΜΟΥ ΕΛΛΑΔΑ

Πατρίδα μου γλυκιά μου Ελλάδα
που σ αγαπώ τόσο πολύ
βγαίνω μια βόλτα στη λιακάδα
και νιώθω ξένοιαστο πουλί

Στον καταγάλανο ουρανό σου
που ύμνησαν τόσοι ποιητές
ο ήλιος γίνεται δικός σου
λούζοντας τις βουνοκορφές

Η θάλασσα σου η σμαραγδένια
με τα πανύψηλα βουνά
και τ ακρογιάλια τ ασημένια
αλλού δεν τα έχουν πουθενά

Τα ηλιοβασιλέματα σου
είναι ασημοκέντητα για δες
μοσκοβολιά το άρωμα σου
σε κάμπους και βουνοκορφές

Τα ασπροστόλιστα νησιά σου
μοιάζουν πετράδια σκορπισμένα
και στα γαλάζια πέλαγα σου
όνειρα ζουν παραμυθένια.

ΑΤΙΤΛΟ

Χρυσά στολίδια της ψυχής
απόμερα ριγμένα
Χάνονται μες στο δύσβατο
του χρόνου μονοπάτι
Σαν φύλλα φθινοπωρινά
απ ανέμων σκορπισμένα
κύψε και μάζεψε αν  τα βρεις
στο δρόμο σου διαβάτη.

ΕΠΙ ΘΥΡΑΣ

Άδεια η κάμαρη του νου
γέμισε απόψε από αράχνες
σκόρπια φαντάσματα και στάχτες
αγέρας μπαίνει από παντού

Σε λίγο ήρθε μεσονύχτι
θολό και άγρυπνο το μάτι
ψάχνοντας και ζητώντας κάτι
μπλέχτηκε στης αυγής το δίχτι

Γύρισε κι είδε στον καθρέφτη
την άθλια μορφή του γήρας
και πίσω νάναι επί θύρας
0 θάνατος και να του γνέφει.

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

ΕΊΔΑ μέσα στα μάτια σου
την αυγή του κόσμου
Χάρηκα το λυκόφως της νύχτας
ξαστέρωσε ο ουρανός της ψυχής μου
Πίσω από τα ανοιχτά παράθυρα
των ματιών μου
ταξίδεψα με τα φτερά της φαντασίας
σε άφθαστους παραδείσους
Άφησα τον νου μου να πορευθεί
στους φωτεινούς δρόμους
της χαμένης μου μνήμης
και σαν καράβι σε γαλήνια θάλασσα
χάθηκα στην απεραντοσύνη του κόσμου.

ΕΝΑΣ ΚΤΥΠΟΣ

Καλησπέρισα απόψε τη σιωπή
δίπλα μου παρέα η μοναξιά
Θεέ μου πόση κάνει παγωνιά
από κάπου ο αγέρας έχει μπει

Μες την κάμαρη τη σκοτεινή
είναι όλα  ακίνητα κι εγώ
ψάχνω με τα μάτια μου να δω
μία ζωή ένα φως ίσως φανεί

Μέσα απ το  απόλυτο κενό
της ψυχής και του μυαλού
ένας κτύπος δήλωνε παρόν
κάποιου ξεχασμένου ρολογιού.

ΑΡΚΕΙ

ΆΦΗΣΕ ΤΟ ξεχασμένο  γέλιο
να  σχίσει το σκοτάδι
Υπάρχει ακτινοβολία και ελπίδα πίσω του
Τους μυστικούς δρόμους της ψυχής
θ ανακαλύψεις
Αρκεί να ανοίξεις τα μάτια σου
για να μαζέψεις αστέρια
Αρκεί να ανοίξεις τις χούφτες σου
κι εκείνα θα πέσουν σαν βροχή
Θα γεμίσουν την αγκαλιά σου με φως.

ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ

Μου λείπεις όπως η βροχή
μες στο καλοκαίρι
όπως ο ήλιος βγαίνει
μες τη παγωνιά
όπως στο σκοτεινό ουρανό
ψάχνω εν αστέρι
μου λείπεις σαν το φως
μες τη σκοτεινιά

Μου λείπεις όπως η φωτιά
στην κρύα κάμαρα μου
όπως η δροσιά μές το πρωινό
'οπως μέσα στη λύπη μου
ψάχνω τη χαρά μου
γιά την απουσία σου
πάντα θα θρηνώ.

ΘΑΛΑΣΣΑ

Πως ασημί ζουν θάλασσα
τα γαλανά νερά σου
σαν το ηλιοβασίλεμα
γλυκά γέρνει στη δύση

Και πως φαντάζει πέλαγο
στην ανοιχτή αγκαλιά σου
ο ουρανός να ενώνεται
στο λαμπερό κορμί σου

Σαν να φιλά ο ορίζοντας
τα ακροδάχτυλα σου
με την οριακή γραμμή
του δίδυμου γαλάζιου.

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

ΜΠΟΡΩ

Μπορώ να σου χαρίσω
το μεγάλο κόκκινο βιβλίο μου
Αυτό που δείχνει τον χάρτη της ζωής
Πρέπει να περπατήσουμε μαζί
τότε μπορώ να σου δείξω τον δρόμο
Αυτόν παίρνω κάθε βραδύ
όταν περπατώ στην όχθη του ποταμού
κι όταν το φεγγάρι μου δείχνει
που να πατώ για να μην σκοντάψω
Ένα ποτάμι που αργοκυλώ
είναι η ζωή μου
με μικρούς παφλασμούς εμποδίων
άλλοτε με κυλάρισμα σιγανό
πάνω στην ήρεμη ράχη της γης.

ΑΝ

Αν οι αλήθειες σου ήταν ψέμα
και το ψέμα σου αλήθειες
εγώ στη μέση πες μου που να πάω
κι όμως τα έργα σου μου δείχνουν το δρόμο

Συνεχίζω να ονειρεύομαι
Δημιουργώ την αίσθηση του αληθεινού
κι όμως εκεί μέσα βρίσκω
τις πιο φανταστικές αλήθειες.

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

ΔΡΟΜΟΙ

Δρόμοι κλειστοί και δύσβατοι
ουτ ένα  μονοπάτι
πως να περάσουν οι χαρές
οι ελπίδες πως να έρθουν
Βάλε σημάδι στα όνειρα
Ισως σε συναντήσω
Αλόγιστα σαν περπατώ
στους  κεραυνούς επάνω
Αν θέλεις πάρε με μαζί
το δρόμο να σου δείξω
συνεπιβάτης στο άρμα σου
θάθελα να με έχεις
να παίζουμε  στοιχήματα
οι δυο μας  με τ΄αστέρια
Με χρώματα  του δειλινού
τα όνειρα να στολίζω
κι΄ας έγειρε απρόσμενα
η μέρα της ζωής μου.

ΣΆΝ ΟΝΕΙΡΟ

Θυμάσαι τα απόβραδα
που βγαίναμε μονάχοι
κι ,ώρες μαζί βαδίζαμε
οι δυό μας σιωπηλοί
ένα φεγγάρι ολόγιομο
έβγαινε απ΄τη ράχη
πίσω απ΄ του βουνού την κορυφή

κι άλλες φορές βαδίζαμε
πιασμένοι από το χέρι
της θάλασσας μυρίζαμε
το κύμα το υγρό
μας μέθαγε ένα ολόδροσο
και μυρωδάτο αγέρι
κι άλλες φορές βουτούσαμε με γέλια στο νερό

Θα νοσταλγείς το όμορφο
εκείνο καλοκαίρι
ώρες μαζί περνούσαμε
επάνω στη προβλήτα
χαρούμενος εκοίταζες
το φωτεινό αστέρι
μου ΄δειχνες με το χέρι σου
και μούλεγες γιά κοίτα
 κοίτα ο άρης είναι αυτός
κοίτα πως λαμπυρίζει
άκουγα τη φωνούλα σου
σιγά να ψιθυρίζει

Θα το θυμάσαι πάντοτε
το καλοκαίρι εκείνο
στη θύμησή σου θ άρχεται
κι η εποχή εκείνη
όπως σε μένα θα΄΄ρχεται
τα μάτια μου σαν κλείνω
θάναι σαν ένα όνειρο
σαν όνειρο θα μείνει.









Για σένα

Δεν μπορείς να πεις στον ήλιο
να λάμπει πιο πολύ
Δεν μπορείς να πεις το σύννεφο
να βρέξει περισσότερο
Δεν μπορείς να ζητάς
να σ΄αγαπήσω πιο πολύ
όταν η αγάπη έφτασε στο τέρμα της
Κοίταξε τα ματιά μου πως λάμπουν
από κάποιο δάκρυ μου κρυφό
άκουσε την άρπα της ψυχής μου
παίζει τη μελωδία της αγάπης
μόνο για σένα.

Φθινόπωρο

Στην όψη σου μαράθηκαν
τα ρόδα της αυγής
τι θα γεννούμε σκέψου το
μεθαύριο σαν πάψει
ο ήλιος να ΄ναι κεραστός
και μεθυσμένη η γη

Αέρηδες αδάμαστοι
με κεραυνού λαλιά
της πλούσιας της άνθισης
τα ρημαγμένα κλωνιά
χλωμά θα γύρουνε στη γη
τα φύλλα τα νεκρα
βασιλικοί και γιασεμιά
στα έρημα μπαλκόνια.

ΕΙΚΟΝΕΣ

Χίλιες εικόνες έρχονται
τα βράδια μεσ' το νου μου 
χίλιες εικόνες έρχονται 
και άπειρες στιγμές,
τις έκλεισα και στόλισα
τους τοίχους του ναού μου
ενός ναού που έχτισα 
με πίκρες και χαρές.

Τις στόλισα και έβαλα 
ξέχωρα μια εικόνα 
ψηλά στου θόλου του ναού 
για να την προσκυνώ,
σαν ιερο κειμήλιο
ή σαν τον Παρθενώνα
όπου θα ζει παντοτινά 
μεσ' στην καρδιά όσο ζω.

Schubert "serenade"


Ο Κριτής μου