Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

EPHMOI ΔΡOMOI

Έρημοι δρόμοι τα φώτα σβησμένα
φωνή δεν ακούγεται από πουθενά
Αισθήματα όνειρα γερά κλειδωμένα
ζητούνε να σπάσουν αυτά τα δεσμά

Μα είναι η νύχτα που τα φοβίζει
τ αστέρια κρυμμένα στη συννεφιά
το Φεγγάρι δεν βγαίνει δεν φωτίζει
η νύχτα ανασαίνει μονάχα βαθειά.

Έρημοι δρόμοι τα φώτα σβησμένα
σε λίγο αρχίζει να πέφτει βροχή,
αισθήματα όνειρα ζητούν στα χαμένα
την πόρτα ν ανοίξει για λίγο η ψυχή,

Ο ύπνος τα παίρνει απαλά απ το χέρι
σε άγνωστους κόσμους τα οδηγοί
ψεύτικα ειν όλα εκείνος το ξέρει
πίσω τα φέρνει ξανά την αυγή.

Και κείνα κρυμμένα ζουν με ελπίδα
πως θάρθει η μέρα να βγούνε στο φως
να βρουν ένα μέρος η μια πατρίδα
που εκεί  θάναι ο κόσμος αληθεινός






ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ

Άρχισε ο λαός φωνάζει τα παράπονα του λέει
πως δεν είναι όλα ένταξη το καράβι τρύπιο πλέει
Πως αλλάζουν τα σημάδια κουμπαράδες αδειανούς
σαν ανοίγουνε πηγάδια και μας ρίχνουν ζωντανούς.
Η ζωή μας είναι φρίκη από όπου κι αν τη δεις
πιάσε πλάτη πιάσε μήκη άκρη μέση δε θα βρεις.
Βγαίνουν έξω στα μπαλκόνια ρήτορες πολιτικοί.
και υπόσχονται από χρόνια να αλλάξουν τη ζωή.
Πως θ αλλάξουνε το ένα  και το άλλο από μετά
βουτηγμένοι μες στο ψέμα τάχουν κάνει όλα σκ-τα.
Κι όταν φτάσει ο καιρός τους για να ξαναεκλεγούν
Τάζει και ο πεθερός τους μα δεν πάνε να πνιγούν.
Κι αν η τύχη τους τους φέρει στη βουλή να μπούνε μέσα
ποιος τους είδε ποιος τους ξέρει έγια μόλα έγια λέσια.
Με υγεία μας στα άλλα στης βουλής τα προεόρτια
θα μας πουν λόγια μεγάλα για να πιάσουνε τα ντόρτια.
Κι έτσι πια όπως το πάνε με ψευτιές τους φίρι φίρι
αγαπάει ο Θεός τον κλέφτη όμως και τον νοικοκύρη.
 από μακρυά ίσως θα βλέπουν τη βουλή στον άλλο γύρο
θα παρακαλάνε να ψηφίσει και  η θειά τους η Αργύρω
Να τους φέρει ένα ψήφο από δω και από κει
μα κι αυτή θα πει[δε γλύφω η δική σου σου αρκεί]
Μήπως και διορθωθείτε και ίσως βάλετε μυαλό
να προσέχετε στο μέλλον τι θα λέτε στο λαό.
Κάνουν νόμους λεν προτάσεις μα αυτό δεν ωφελεί
να περάσουνε την ώρα πάνε όλοι στη βουλή.
Κι ο κακόμοιρος κοσμάκης δίνει παίρνει και χτυπιέται
στα ερωτήματα που θέτει τίποτα δεν απαντιέται.
Και ανώφελα προσμένει μήπως κάτι και αλλάξει
αχ την έρμη την Ελλάδα μπάχαλο την έχουν φτιάξει.
Τόσο που ντροπή με πιάνει να μας λένε Ευρωπαίους
κι ότι είμαστε οι γόνοι του μεγάλου Περικλέους.
Είμαστε τα αποπαίδια των μεγάλων μας προγόνων
Έλληνες κι Ελλάδα μόνο ήταν προ πολλών αιώνων.
Αυτοί δώσανε τα φώτα σ όλους και πολιτισμό
μα όλη μας η περηφάνια έπεσε σε μαρασμό.
Την ρημάξαν και την κλέψαν μας αφήσαν μ άδεια χέρια
και ποιος ξέρει αν θα δούμε πάλι άσπρα περιστέρια.
Να πετούν στον ουρανό μας σαν ένα δείγμα ηρεμίας
που θ αλλάξει τους ανθρώπους σε Αγγέλων κοινωνίας



Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

Η ΑΝΟΙΞΗ

Καλωσόρισες Άνοιξη με τα τόσα στολίδια
που σκορπίζεις απλόχερα πάνω σε όλη τη γη
χίλια χρώματα έφερες και χιλιάδες παιχνίδια
και ξανά γλυκοχάραζε της ζωής η αυγή

Παιχνιδίζει η θάλασσα σαν ο ήλιος τη γνέφει
σαν το φως του απλώνεται χρυσαφένιο στη γη
τ αεράκι ανάλαφρο κυνηγάει τα νέφη
και εκείνα χορεύοντας τρέπονται σε φυγή.

Τα βουνά πικοιλόχρωμες ζωγραφιές που φροντίζει
να τις βάλει η άνοιξη  ζωηρές πινελιές
με κορδέλες πολύχρωμες και λουλούδια στολίζει
σκορπισμένα αρώματα από τριανταφυλλιές.

Στους απέραντους κάμπους παπαρούνες ανθίζουν
το μελίσσι τρυγάει απ τα λούλουδα γύρη
τη ζωή και το θάνατο όλα αυτά μας θυμίζουν
της ζωής το ατέλειωτο και τρελό πανηγύρι.

ΓΙΑ ΟΛΑ ΑΥΤΑ

Για τη βροχή για τον καιρό
τον ουρανό και για τ αστέρια
την Πούλια τον Αυγερινό
για την αυλή τα περιστέρια.
Για την αγάπη τη χαρά
τη θλίψη μα και τον πόνο
για των Αγγέλων τα φτερά
για τη ζωή και για το χρόνο.
Για τα λουλούδια τα βουνά
τη θάλασσα μα και το κύμα
τα βράδια και τα πρωινά
το θάνατο τ άδικο μνήμα.
Για τα πουλιά που κελαηδούν
για την καρδιά και για τα μάτια
για χείλη που γλυκά φιλούν
για ερημιές και μονοπάτια.
Εικόνες και για εκκλησιές
για προσευχές και για καντήλια
μα για κατάρες και ευχές
για δάκρυα και για μαντήλια.
Για τη γυναίκα το παιδί
ταξίδια μακρινά,Καράβια
τη μάνα το δένδρο το κλαδί
για μια αγκαλιά που έμεινε άδεια.
Για τη φωτιά για τι νερό
για τον αέρα για τον ήλιο
για το Φεγγάρι τ αργυρό
για του ανθρώπου τι βασίλειο
Τη λευτεριά τη φυλακή
για το θυμό για τη γαλήνη
για κοινωνία ιδανική
τον πόλεμο και την Ειρήνη.
Για όλα τα ανθρώπινα
και τα φανταστικά
που ο Θεός μας έδωσε
με τόση καλοσύνη
τα ύμνησαν οι άνθρωποι
τραγούδησαν γι αυτά
με επιθυμιά πραγματική
για την αδελφοσύνη.
Άλλοι όμως βαλθήκανε
τρανοί να καταστρέψουν
τη γη μας και τον άνθρωπο
με τόση αμυαλοσύνη
κι όλο το κόσμο πια ζητούν
για να τον μετατρέψουν
σ ένα κενό απέραντο
μες στη παραφροσύνη.





ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ

Θα μπορούσες να έλεγες την αλήθεια σου όλη
κι ο καθείς θα την άκουγε μ όλη του την καρδιά.
Θα μπορούσες  να φύτευες στης ψυχής το περβόλι
κρίνα και τριαντάφυλλα να σκορπούν ευωδιά.

Θα μπορούσες να γέμιζες την καρδιά σου μ αγάπη
κι από μέσα να έβγαζες κάθε τι περιττό
.Θα μπορούσες να βάδιζες στο σωστό μονοπάτι
που θα σ έφερνε αν ήθελες πιο κοντά στο Χριστό.

Θα μπορούσες να ένιωθες πιο πολύ καλοσύνη
στους ανήμπορους γέροντες στα μικρά ορφανά
Θα μπορούσες να έδειχνες λίγη μετριοφροσύνη
σε εκείνους που έβλεπες να είναι πιο χαμηλά.

Θα μπορούσες να άπλωνες χέρι ελεημοσύνης
στο φτωχό  και τον άτυχο διπλανό σου αδελφό
θε να έπαιρνες εύσημα ανθρωπιάς καλοσύνης
θησαυρό που θα φίλαγες στην καρδιά σου κρυφό.

Θα μπορούσες ω άνθρωπε πόσα δε θα μπορούσες
μα εσύ δεν εσκέφτηκες τίποτα απ όλα αυτά
νόμιζες πως αιώνια με φτερά θα πετούσες
δεν θα σ άγγιζε τίποτα απ της γης τα δεινά.

Πόσο λάθος λογάριασες την πορεία του κόσμου
την στερνή ώρα σκέψου το και το χέρι σου δος μου
και μην κλείνεις την πόρτα σου σ όποιον σου τη χτυπά

Είναι οι μέρες μας δύσκολες ζούμε δύσκολα χρόνια
αν το μίσος σου έδιωχνες την αγάπη κρατούσες
αν ειρήνη θα έσπερνες κι όχι μόνο διχώνια
σ έναν κόσμο καλύτερο θα μπορούσες να ζούσες.


ΓΙΕ ΜΟΥ

Βουβό σε βλέπω κάθε τόσο
δεν σου μιλώ μην σε πληγώσω
τα μάτια σου όλο κοιτάζω
χάνομαι μέσα τους στενάζω
ψάχνω να βρω μα στα χαμένα
τι έχουν κι όλο είναι θλυμένα.
Μα τι σε βασανίζει τόσο
νομίζεις πως δε θα σε νιώσω
Με κλείνεις έξω απ την καρδιά σου
άσεμε νάρθω πιο κοντά σου.
Μακρυά μου είσαι κι όλο φεύγεις
νιώθω πως όλο μ αποφεύγεις
δεν ξέρω αλήθεια τι να κάνω
πως να βοηθήσω τι να πω
χάνομαι μες τους λογισμούς μου
εκεί όλη μέρα τριγυρνώ
πάντα κοντά σου είναι ο νους μου
Δεν χρειάζεται να σου το πω
παιδί μου πόσο σ αγαπώ


.
.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

ΤΑ ΊΧΝΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Εκει στην άκρη ενός γκρεμού
καθόμουνα μια μέρα
σκέψεις πολλές βασάνιζαν
το άδολο μυαλό μου
ένιωθα πως πνιγόμουνα
στο  αδιέξοδο μου.
Ξάφνου ακούω μια φωνή
να λέει--Καλημέρα--
Ήταν ένας γέροντας σκυφτός
που σιγοπερπατούσε.
Τα χρόνια τον βαραίνανε
κι οι ώμοι του γερμένοι
σαν η ζωή να έφευγε
και τον επροσπερνούσε
κουφάρι αβοήθητο
στην άγρια ειμαρμένη.
Κάθισε να ξεκουρασθεί
με κόπο κι ανημπόρια
άφησε την την πραμάτεια του
που ώρες κουβαλούσε
κι ένα βαθύ αναστεναγμό
μαζί με στεναχώρια
άφησε απ τα χείλη του
που στη καρδιά κρατούσε.
Τι έχεις γέροντα ρωτώ
γιατί είσαι λυπημένος
από ποιον τόπο μακρινό
και ποιους άγνωστους δρόμους
περπάτησες και έφτασες
δω πάνω κουρασμένος
και ποια είναι τα βάσανα
που κύρτωσαν τους ώμους΄
Με κοίταξε με τα θολά
τα γέρικα του μάτια
και ζάρωσε το μέτωπο
με μια ύστατη προσπάθεια.
Μιλώντας με αργά αργά
τα λόγια του μετρούσε
τη θύμηση του έφερνε
στο νου και προσπαθούσε
να θυμηθεί τα βάσανα
και ότι τον πονούσε.
Φαμίλια είχα και εγώ
όπως ο κόσμος όλος.
Παιδιά γυναίκα σπιτικό
ζούσα ευτυχισμένος
μα ήρθε μέρα σκοτεινή
που ο ήλιος είχε σβήσει
από αντάρας σύννεφο
από φωτιά και λάβα
από τα βόλια τα φριχτά
και τα φαρμακωμένα.
Όλα όσα είχα τάχασα
στου βίου μου τη δύση.
και μόνος τώρα έμεινα
γέρος δυστυχισμένος.
Πήρα τα όρη τα βουνά
ανθρώπους να μη βλέπω
μονάχος μου στην ερημιά
τ αγρίμια είναι καλύτερα
συντρόφους να τα έχω.
Γιατί οι άνθρωποι θαρώ
πιότερο κι απ τ αγρίμια
είναι η ψυχή τους βάναυση
και έλεος δεν έχουν
Κι αν τη ζωή σου κάνουνε
θρύψαλα και συντρίμμια
σε προσπερνούν αγέρωχοι
χωρίς να σε προσέχουν.
Τώρα δεν έχω τίποτα
μόνο τον εαυτό μου
αφού τα πάντα έχασα
έσβησε το χωριό μου.
Δεν έχω γη και σπιτικό
δεν έχω ποια πατρίδα
έτσι το θέλουν οι τρανοί
να ζουν οι άνθρωποι στη γη
χωρίς καμιά ελπίδα.
Σαν άκουσα τον γέροντα
να λέει τα βάσανα του
που ήταν μεγαλύτερα
απ όσο τα δικά μου
σηκώθηκα και κάθισα
δίπλα του και σιμά του
σκουπίζοντας το δάκρυ του
απ τη θολή ματιά του.