Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ

Για δες
έγινα μια οντότης
Για δες
θα το μάθει η ανθρωπότης.
Για δες
μια σφραγίδα στο στήθος.
για δες
ξεχωρίζω απ το πλήθος.
Για δες
Τώρα θε να προβάλω
.Για δές
μ ένα πρόσωπο άλλο.
Για δες
θάχω πάνω μου κάτι.
Για δες
θα με δουν μ άλλο μάτι.
Για δες
Μου έχουν δώσει  βραβείο
Για δες
Προς το τέλος του βίου.

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ

Μια φορά περνάς απ τη ζωή
χάνεσαι μετά και σβίνεις
μια εικόνα ξέθωρη θαμπή
πίσω στους απόγονους αφήνεις.

Αν το έργο σου είναι σημαντικό
θάναι στ όνομά σου μια σφραγίδα.
Δεν θ αφήσεις πίσω σου κενό
στην αθανασία μια ελπίδα.

Μα κι αυτή σιγά σιγά περνά
στους αιώνες μένεις υποψία
δυστυχώς ο άνθρωπος ξεχνά
<ως τα πάντα ρει χάνεται η ουσία.>

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

ΠΕΡΑΣΕΣ

Όσο έχω εσένα
δεν φοβάμαι κανένα
μου είχες πει ένα βράδυ
στο πυκνό το σκοτάδι
με τα φώτα σβησμένα
με κεριά αναμμένα.
Τη μορφή σου κοιτούσα
την καρδιά μου ρωτούσα.

Πέρασες όμως και πας
και εμένα ξεχνάς
και πίσω σου μ αφήνεις..
Σαν να ήταν μια στιγμή
ολόκληρη ζωή
εσύ τώρα τη σβήνεις.


ΠΕΣ ΜΟΥ.

Τραγούδησε μου τη ζωή
τραγούδησε μου και τη νιότη
και πες μου τι σου έχει πει
για να το μάθω εγώ πρώτη.

Αν όλα ήτανε σωστά
η σου χρωστά ακόμη κάτι.
Άν θα στα δώσει από μετά
η θα κρατήσει ένα κομμάτι

.Κανείς τη νιότη τη ζωή
δεν έχει ζήσει με γαλήνη
όσο κι αν τόσο προσπαθεί
εκείνη παίρνει λίγα δίνει,

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

ΟΤΑΝ ΧΑΘΩ

Όταν χαθώ
κάτι θ αφήσω να θυμάσαι
από μένα
Ένα τραγούδι ένα γράμμα
μια ζωγραφιά.
Και γω μαζί μου κάτι θα πάρω
από σένα.
Στη μοναξιά μου στη σιωπή
για συντροφιά.
Ίσως το γέλιο σου νάναι διάχυτο
στον ουρανό.
Να το ακούω σαν ένα ξύπνημα
το πρωινό.
Μα η εικόνα σου μες στη ψυχή μου
θάχει κρυφτεί.
Μέρα και νύχτα η συντροφιά μου
θα είναι αυτή.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

ΠΡΟΣΜΟΝΉ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

Έχω δυο νιους έχω δυο γιους
έχω δυο παλικάρια..
Λεβέντες μου καμαρωτούς
της νιότης μου βλαστάρια.
Ο ένας κοντά μου στέκεται
η ξενιτιά τον άλλον τρώει.
Μοιράστηκε η καρδιά στα δυο
ο πόνος μοιρολόι.
Γιε μου αχ άνοιξε φτερά
και πέταξε κοντά μου
γίνε αναπάντεχο πουλί
και μπες στη κάμαρά μου.
Κι απ τη χαρά μου να γενώ
λεύκα και κυπαρίσσι
στους ίσκιους τους ν αναπαυτείς
και η φωνή του αηδονιού
να σε γλυκοξυπνήσει..
Στα μάτια σου να σε κοιτώ
να νιώθω την πνοή σου.
Με  τη λαχτάρα στη ψυχή
να ζω απ τη ζωή σου.
Κι αν πάλι αργήσεις για να ρθεις
υπομονή θα κάνω
για να σε ιδώ στερνή φορά
δίπλα μου πριν πεθάνω.






Ο ΔΙΑΥΛΟΣ

Στο δίαυλο της νιότης σου γυρνάς
τρέχει ο νους σου σαν ρυάκι μες στο χρόνο.
Ένα σημάδι έχεις κρύψει στη καρδιά
είναι γεμάτο από αναμνήσεις κι από πόνο
Της  μνήμης σου σκαλίζεις το πιθάρι
με της ψυχής σου το ραβδί
παίρνεις τα όνειρα μαζί σου και πετάς,
σε μια αυλή που έχει γεμίσει πια χορτάρι
εκεί που έπαιζες σαν ήσουνα παιδί,
Μες σε ανθόσπαρτα σοκάκια μυρωμένα
έσπασες της μουριάς ένα κλαδί
και έκλαιγες με χέρια ματωμένα
φοβόσουν κανείς μήπως σε δει.
Σε χάιδεψε ένα χέρι στοργικό
της Μάνας το αγαπημένο χέρι
σε φίλησε μ ένα φιλί γλυκό
και έτρεξε οινόπνευμα να φέρει.
Ν αποστειρώσει να σου γιάνει η πληγή
εσύ με βλέμμα φοβισμένο όλο κοιτούσες
μα ξάφνου σου έδωσε ακόμη ένα φιλί
κρυφά σου τόδωσε  εκείνη που αγαπούσες.
Ήταν μια άδολη αγάπη παιδική
κοκκίνισαν με μιας τα μάγουλα σου
έφυγε ο πόνος χάθηκε η πληγή
σαν κάρφωσες σε κείνη τη ματιά σου.
Παιδούλα εκείνη με μάτια γαλανά
καθρέφτιζαν της θάλασσας το χρώμα
Μετάξια τα ξανθά της τα μαλλιά
κόκκινο τριαντάφυλλο το στόμα.
Τα σκέφτεσαι όλα εκείνα μακρινά
η φαντασία σου πως όλα τα σιμώνει
κάνεις το χρόνο πίσω να γυρνά
η σκέψη με τα όνειρα ανταμώνει.