Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

ΠΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ.

Πόσα χρόνια περπατάς
κάτω απ τη βροχή.
Κι ένας ήλιος σ έβλεπε
πάντα μοναχή.
Και τις νύχτες που έβλεπες

κοίταζες  τα άστρα
μόνη ονειρευόσουνα
πύργους κήπους κάστρα.
Σαν την άνοιξη άνθιζε
ο κήπος το περβόλι
μόνη πάλι ήσουνα
και αντάμα όλοι.
Καλοκαίρι ερχότανε
είχες μια ελπίδα
στον καθρέφτη κοίταζες
άλλη μια ρυτίδα.
Κι όταν το φθινόπωρο
πέφτανε τα φύλλα
η καρδιά σου ένιωθε
μια ανατριχίλα.
Το χειμώνα που έπεφτε
το χιόνι κι ήταν κρύο
μόνη πάλι ήσουνα
δίπλα ένα βιβλίο.
Δίπλα σου ήρθε κάθισε
σιωπηλά ο χρόνος
σου ψιθύρισε κρυφά
δεν θα φύγω μόνος.

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ.

Μικρό σπουργίτι παγωμένο
ήρθες στη πόρτα μου μπροστά
κακόμοιρο και πεινασμένο
να νιώσεις λίγο ποιο ζεστά.

Απ το παράθυρο σε οίδα
κι έτρεξα αμέσως να σ ανοίξω
ψίχουλα λίγα να σου ρίξω
μες στο σκοτάδι μια αχτίδα
πνοή ζωής να σε φυσήξω.

Ξεθαρρεμένο ήρθες κοντά μου
την πείνα σου για να χορτάσεις
δίχως το φόβο στη καρδιά σου
το χέρι εκείνο μη σε πιάσει
σα δόλωμα να σε σκεπάσει.

Αφέθηκες μ εμπιστοσύνη
στα δυο μου χέρια να σ αγγίζω
και με χαρά να σε ταίζω
τα μάτια σου μ ευγνωμοσύνη
με κοίταζαν την ώρα εκείνη.

Μετά σε πήρα μες στο σπίτι
να σε ζεστάνω εκεί στο τζάκι
να σταματήσουν ποια λιγάκι
οι χτύποι της μικρής καρδιάς σου
μικρό φτωχό μου εσύ σπουργίτι.

ΔΕΗΣΗ

Κράτα με γερά απ το χέρι
μη μ αφήνεις να παραπατώ.
Ίσως αν θα πέσω ποιος το ξέρει
θα μπορέσω άραγε να σηκωθώ

Μη μ αφήνεις  ούτε να σκοντάψω
ίσως να χτυπήσω σοβαρά
κι αν πολύ πονέσω μα κι αν κλάψω
μήπως τότε θάναι ποια αργά

Κράτα με απ το χέρι μη μ αφήνεις
σ έχω ανάγκη κάθε μου στιγμή
ότι σου ζητώ πάντα μου δίνεις
μη μ αφήνεις μη μ αφήνεις μη.

Είμαι άνθρωπος και συ ο Θεός μου
είμαι αδύνατος και συ είσαι δυνατός
είμαι στο σκοτάδι και είσαι συ το φως μου
θα είμαι πάντα δούλος σου πιστός.

Η ΛΕΥΚΑ.

Η λεύκα σείεται
απ τ ανέμου το χάδι
τα φύλλα πέφτουνε
πέφτει το βράδυ
κι η παγωνιά.

Στ άδειο παράθυρο
μια λάμπα φωτίζει
κι η κόρη δακρύζει
στην ερημιά.

Ο δρόμος ειν έρημος
κανείς δε διαβαίνει
κι αυτή περιμένει
στη λησμονιά.

Τακ τακ ακούγεται
έξω απ τη πόρτα
ποιος είναι ρώτα
λέει μια φωνή.

Η κόρη άνοιξε
έξω σκοτάδι
έρημο βράδυ
πέφτει βροχή,

Είναι ο αγέρας
που δυναμώνει
η κόρη παγώνει
κανείς να φανεί.




ΚΑΚΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ. 1951

Κακό φθινόπωρο πως ήρθες πάλι
Τα νέφη σκέπασαν τον ουρανό.
Ψιλή βροχούλα έπιασε πάλι
και ξάφνου άρχισε μπουμπουνητό

Τα φύλλα πέφτουνε κιτρινισμένα
άδεια πια μένουνε και τα κλαδιά.
λες κι ένα σάβανο βάλαν σε μένα
γυμνή μου έμεινε και η καρδιά.

Το χώμα μύρισε της γης η άχνα
θανάτου μήνυμα σαν να δυλεί
μέσα στα στήθη μου άρχισε η βράχνα
και του θανάτου προβάλει  η απειλή.

Κακό Φθινόπωρο ήρθε ετούτο
μαζί του έδυσε και η χαρά
τώρα τη λύπη μου έχω για πλούτο
μαζί του έφερε τη συμφορά.

Μαζί του έδυσαν και οι ελπίδες.
όλα βυθίστηκαν στη λησμονιά
Τις πονεμένες μου βλέπω ρυτίδες
να μ αυλακώνουν με απονιά.


Τρίτη 9 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΝΗΣΊ.

Γύρισα στο σπιτάκι μου το πολυαγαπημένο
Που χρόνια τώρα έλειπα εκεί μακρυά στα ξένα
κι  ήβρα το σπίτι έρημο με χόρτα σκεπασμένο
βρήκα και τα θεμέλια απ το χρόνο γκρεμισμένα.

Που είναι τα τόσα όνειρα που έπλαθα τα βράδια
σαν το Φεγγάρι σκόρπαγε στη λάμψη του ασήμι
και γιόμιζε με χρώματα και γιόμιζε με χάδια
θάλασσες κάμπους και βουνά πως έρχονται στη μνήμη

Που τα καράβια που έβλεπα στο μόλο αραγμένα
κι άλλα ετοιμοκίνητα ταξίδευαν για χώρες
μου μοιάζανε σαν ξέμακρα πουλιά κινηγιμένα
να δέρνονται στα κύματα της θάλασσας τις μπόρες.

Που τ ακρογιάλι που έπαιζα με τα λευκά πετράδια
παιδάκι ήμουνα μικρό με φίλαγε το κύμα
Φαγώθηκε απ τον καιρό απ του βοριά τα χάδια
και έμεινε ανίσκιωτο  καταραμένο κρίμα.

Που είναι η θάλασσα κι αυτή δε μοιάζει σαν και τότε
που με γλυκονανούριζε   μ ανέκφραστη  ηρεμία
τώρα αγρίεψε κι  αυτή και μοιάζει πότε πότε
θηρίο σαν απότομα την πιάνει  τρικυμία.

Του φθινοπώρου έφτασε μες στη ψυχή μου η ώρα
της νιότης το ροδόχρωμο λουλούδι μαραμένο
κάθε παλιό μου έμεινε λησμονημένο τώρα
και χάθηκε κάθε όνειρο που είχα αγαπημένο.




Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

ΑΠΟΨΕ

Γιορτάζω απόψε
μα όλα μοιάζουν ξένα.
Τριγύρω κοιτάζω
δε βλέπω εσένα.
Κι εγώ νιώθω λείπω
η γιορτή δε μου πάει
της καρδιάς μου τον χτύπο
η ψυχή μου μετράει.